lassen (αιτιατικό και επιτρεπτικό)
B1
Ich lasse mir die Haare schneiden. (αιτιατικό) ή Ich lasse dich gehen. (επιτρεπτικό). Με το lassen εκφράζεις ότι κανονίζεις κάτι ή το επιτρέπεις — συχνό στην καθημερινή ζωή και τις υπηρεσίες.
- lassen (αιτιατικό / επιτρεπτικό)
Ασκήσεις
Γραμματική στο πλαίσιο
Διάβασε αυτά τα κείμενα για να εδραιώσεις ό,τι έμαθες. Ταιριάζουν ιδιαίτερα καλά με αυτό το μάθημα γραμματικής.
